«Μ’ αγαπούν, φυσικά μ’ αγαπούν» του Χαράλαμπου Δημητρίου

-

Ένα βιβλίο που δεν βιάζεται να παρηγορήσει

Υπάρχουν άνθρωποι που τους θυμάσαι μέσα από μια εικόνα. Τον Χαράλαμπο Δημητρίου τον γνώρισα πριν από αρκετά χρόνια στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αυτό που έμεινε περισσότερο χαραγμένο στη μνήμη μου δεν ήταν κάποια συγκεκριμένη συζήτησή μας, αλλά η εικόνα του πίσω από ένα τεράστιο γραφείο γεμάτο ανοιγμένα βιβλία. Εκείνη την περίοδο δημιουργούσε μια λογοτεχνική ενότητα για την απώλεια και το πένθος, μελετώντας ασταμάτητα σχετικά βιβλία. Τον άκουγα να φεύγει από το δέντρο στο δάσος και να επιστρέφει από το δάσος στο δέντρο, ώσπου να καταλήξει στο τι άξιζε πραγματικά να προταθεί στους/στις εκπαιδευτικούς. Την ίδια αυτή επιμονή αναγνώρισα διαβάζοντας το πρώτο του παιδικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε φέτος κι έχει τον τίτλο “Μ’ αγαπούν, φυσικά μ’ αγαπούν”.


Στη σελίδα μου, με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα βιβλία που πραγματεύονται εμπειρίες απώλειας, ακόμη κι όταν αυτές δεν αφορούν στον θάνατο. Γιατί το πένθος δεν γεννιέται μόνο όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος. Γεννιέται κάθε φορά που χάνεται ένας τρόπος να υπάρχει ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε. Και για πολλά παιδιά το διαζύγιο αποτελεί ακριβώς μια τέτοια εμπειρία.


Όταν πρωτοείδα το εν λόγω βιβλίο, ομολογώ πως ανησύχησα. Κυρίως απ’ τα χρώματά του! Τα πολύ αισιόδοξα παιδικά βιβλία που καταπιάνονται με δύσκολα θέματα με φοβίζουν. Συχνά προσπερνούν το δύσκολο κομμάτι της εμπειρίας και σπεύδουν να οδηγήσουν τον μικρό αναγνώστη σε ένα καθησυχαστικό τέλος. Σαν να πρέπει οπωσδήποτε να φύγει με την αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά. Ευτυχώς, ο Χαράλαμπος Δημητρίου δεν κάνει αυτό. Αντίθετα, αφιερώνει μεγάλο μέρος της αφήγησής του στο ίδιο το βίωμα της απώλειας. Στα έντεκα συνολικά σαλόνια της ιστορίας, τα έξι παρακολουθούν το παιδί να βυθίζεται στη νέα πραγματικότητα πριν αρχίσει σταδιακά να εμφανίζεται ξανά η χαρά. Δεν βιάζεται να αποκαταστήσει την ισορροπία ούτε να προσφέρει εύκολες λύσεις. Δίνει χρόνο στο πένθος να υπάρξει. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία.


Στη βιβλιογραφία για το πένθος μιλάμε συχνά για τη σημασία της αναγνώρισης της απώλειας. Δεν μπορούμε να νοηματοδοτήσουμε μια εμπειρία αν πρώτα δεν αναγνωρίσουμε ότι κάτι χάθηκε. Στο βιβλίο, τα χρώματα γκριζάρουν, τα μπαλόνια φεύγουν, οι μαργαρίτες μαδούν, οι καβγάδες πληθαίνουν. Η αλλαγή δεν ωραιοποιείται. Το παιδί βλέπει, ακούει και αισθάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του.


Εξίσου σημαντικό είναι ότι το βιβλίο παρακολουθεί το πένθος μέσα από τις απορίες του παιδιού.
«Πού πήγαινε;»
«Πότε θα τον ξανάβλεπα;»
«Τι θα έτρωγε;»
Ιδιαίτερα αυτή η τελευταία ερώτηση με συγκίνησε. Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που οι ενήλικες δύσκολα θα φαντάζονταν πως απασχολούν ένα παιδί, κι όμως η έρευνα μας δείχνει ότι τέτοιου είδους πρακτικές απορίες κυριαρχούν συχνά μετά από μια μεγάλη αλλαγή. Το παιδί προσπαθεί να ανασυνθέσει τον κόσμο του μέσα από τις πιο καθημερινές λεπτομέρειες.


Το βιβλίο υπενθυμίζει, επίσης, κάτι που συχνά ξεχνάμε: τα παιδιά χρειάζονται να ακούσουν καθαρά πως δεν ευθύνονται για τον χωρισμό των γονιών τους. Οι ενοχές αποτελούν συνηθισμένο κομμάτι της αναπτυξιακής τους σκέψης και δεν εξαφανίζονται επειδή οι μεγάλοι θεωρούν αυτονόητο ότι «το παιδί ξέρει».


Μια ακόμη επιλογή που εκτίμησα ιδιαίτερα είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Την περίοδο αυτή μελετώ ένα corpus περίπου εβδομήντα παιδικών βιβλίων για το πένθος εξαιτίας θανάτου. Ελάχιστα από αυτά επιλέγουν να δώσουν τον λόγο στο ίδιο το παιδί. Οι περισσότεροι ενήλικοι συγγραφείς φαίνεται να δυσκολεύονται να ανακαλέσουν τη φωνή ενός παιδιού όταν αυτό βυθίζεται στη θλίψη του. Ο Χαράλαμπος Δημητρίου παίρνει αυτό το αφηγηματικό ρίσκο και, κατά τη γνώμη μου, δικαιώνεται.


Το διαζύγιο, όμως, δεν βιώνεται ποτέ σε κοινωνικό κενό. Το παιδί ακούει τους παππούδες που επιμένουν πως «όλα είναι μια χαρά». Αντιλαμβάνεται τις απορίες και τα σχόλια των γύρω. Προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει όχι μόνο μέσα στο σπίτι του αλλά και μέσα από τον τρόπο που οι άλλοι μιλούν γι’ αυτό. Το βιβλίο μάς υπενθυμίζει διακριτικά πως, όλοι όσοι περιβάλλουμε ένα παιδί, γινόμαστε μέρος της εμπειρίας του.


Στο τέλος της ιστορίας, η πρωταγωνίστρια δεν επιστρέφει στην προηγούμενη ζωή της. Ούτε η οικογένεια αποκαθίσταται. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο η ίδια αρχίζει να νοηματοδοτεί αυτό που της συνέβη. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου. Δεν υποστηρίζει ότι το διαζύγιο είναι εύκολο. Δεν ισχυρίζεται πως η αγάπη αρκεί για να εξαφανίσει τον πόνο. Δείχνει, όμως, ότι ακόμη και μέσα στην απώλεια μπορεί σταδιακά να οικοδομηθεί ένα νέο νόημα.


Καθώς έκλεινα το βιβλίο, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ και τα παιδιά που γνωρίζω τον τελευταίο καιρό ως σχολική σύμβουλος. Παιδιά που θα αναγνωρίσουν εύκολα τον εαυτό τους στην ιστορία της μικρής πρωταγωνίστριας. Σκέφτηκα, όμως, και εκείνα που ζουν πολύ πιο σύνθετες πραγματικότητες: παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί, που μεγαλώνουν μέσα στη βία, στην εξάρτηση ή στη χρόνια ψυχική ασθένεια των γονιών τους. Για ορισμένα από αυτά, το «δε μ’ αγαπούν» ίσως μοιάζει πιο οικείο από το «μ’ αγαπούν, φυσικά μ’ αγαπούν». Κι όμως, ακόμη και γι’ αυτά τα παιδιά, το βιβλίο αφήνει μια μικρή χαραμάδα. Όχι μια ψεύτικη υπόσχεση ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά την πιθανότητα ότι η αγάπη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, ακόμη κι όταν η οικογένεια αλλάζει μορφή.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ειλικρινής μορφή ελπίδας που μπορεί να προσφέρει ένα παιδικό βιβλίο.


Χαρακτηριστικά
Συγγραφή: Χαράλαμπος Δημητρίου
Εικονογράφηση: Αιμιλία Κονταίου
Εκδόσεις Τελεία (2026)
ISBN 978-9925-649-04-4
Προτεινόμενες ηλικίες: 4+

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα Σχόλια