Αναπλαισιώνοντας την απώλεια και το πένθος μέσα από βιβλία

-

Από την εισήγησή μου στο Συνέδριο του Υφυπουργείου Πολιτισμού Κύπρου με τίτλο “Φιλαναγωνσίας Διαδρομές σε Βιβλιοθήκες – Ανακαλύπτοντας Βιβλία Σωσίβια”, που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στις 13 Νοεμβρίου 2025.

[..] Έχω φέρει μαζί μου 20 παρά ένα βιβλία, τα οποία θα χρησιμοποιήσω ως δικά μου σωσίβια να αναπλαισιώσω την απώλεια και το πένθος ως έννοιες και ως εμπειρίες, βασισμένη στις σύγχρονες θεωρίες του πένθους. Το γνωρίζω πως ο χρόνος δεν είναι πολύς γι’ αυτό και δε θα σταθώ στην ανάγκη να μιλά κανείς για την απώλεια και το πένθος. Αυτήν, μας την δείχνουν οι συγγραφείς που, ειδικά την τελευταία δεκαετία, έχουν αυξήσει κατά πολύ τη συμπερίληψη των εννοιών αυτών στα γραφόμενά τους.

Η έννοια της αναπλαισίωσης επιλέγεται εδώ συνειδητά γιατί ακριβώς μέσα από τη λογοτεχνία μπορούμε να δούμε τα πράγματα αλλιώς: αλλιώς από ό,τι φαίνονται με την πρώτη ματιά, αλλιώς από ό,τι μάθαμε να τα βλέπουμε, αλλιώς από ό,τι η δική μας οπτική, καμιά φορά, μάς περιορίζει. Τα βιβλία μάς επιτρέπουν να ντύνουμε δύσκολες εμπειρίες, όπως η απώλεια και το πένθος, με διαφορετικές λέξεις και νέα νοήματα, βοηθώντας μας να τις κατανοήσουμε.

Πρώτο σωσίβιο ένα υπέροχο εικονοβιβλίο με τίτλο Κυπάρισσος. Ξεκινώντας από τον ελληνικό μύθο του Κυπάρισσου, χτίζονται σ’ αυτό τέσσερις σπονδυλωτές ιστορίες παιδιών που τα ζωάκια τους είτε έχουν «φύγει» κι αυτά πρέπει να φανούν δυνατά είτε έχουν πάει  ψηλά στα σύννεφα είτε έχουν «κοιμηθεί βαθιά» κι ο ύπνος γίνεται εφιάλτης. Ώσπου ο κυπάρισσος, σ΄ ένα νεκροταφείο! -ορίστε λέξη για παιδικό βιβλίο!- θα βάλει τις λέξεις στη σωστή τους βάση. Θα πει στα παιδιά πως τα ζωάκια τους πέθαναν, μα θα εξηγήσει αυτό που αποτελεί τον υπότιτλο και το νόημα του βιβλίου: χάνεται για πάντα ό,τι ξεχνιέται.

Θα μπορούσε βεβαίως η παρουσίασή μου να τελειώσει εδώ και να έχω πει ό,τι θα ήθελα να πω. Πως τα βιβλία, αυτά που λέμε καλά βιβλία, που προσεγγίζουν τη θεματολογία αυτή με σεβασμό στον αναγνώστη, βοηθούν στην αναπλαισίωση του πένθους από στρεβλώσεις που δημιουργούνται με ευφημισμούς, απαξίωση του πένθους και μισόλογα. Κι ακόμα, με μια μόνο φράση μπορούν να χαρίσουν όμορφους προβληματισμούς και ελπίδα: χάνεται για πάντα μόνο ό,τι ξεχνιέται.

Η συνέχεια της παρουσίασής μου θα σταθεί, εγκληματικά συνοπτικά, στο τι λένε οι σύγχρονες θεωρίες για το πένθος. Θα ακολουθήσω, λοιπόν, έξι σημεία, ντύνοντάς τα με τα βιβλία που έφερα μαζί μου.

1. Το πένθος περιλαμβάνει προσαρμογή στην αλλαγή. Δεν είναι αρρώστια το πένθος για να περάσει. Είναι μια διεργασία μέσα από την οποία περνά ο πενθών για να προσαρμοστεί στην αλλαγή που του συμβαίνει. Την αλλαγή που φέρνει μια απώλεια: χάνω κάτι, πάει να πει αλλάζει αυτό που ήξερα ως δεδομένο μου.

Ο μπόμπιρας κι εγώ, πραγματεύεται την απώλεια ενός σκύλου που «έκλεισε τα μάτια του και πέθανε» κι από τότε ένα μαύρο σύννεφο κολλά στο κεφάλι και το πένθος -δεν το κατονομάζει- γίνεται ενοχλητικό σαν σαπούνι στα μάτια και σαν χταπόδι γραπώνει την καρδιά. Είναι ένα βιβλίο που δε βιάζεται να διώξει το πένθος μακριά.

Παρόμοια συμβαίνει και με το Κενό που συντροφεύει την ηρωίδα στο παιδικό βιβλίο Empty and Me. Πρόκειται για ένα εικονοβιβλίο επίσης, που κυκλοφορεί με το ιρανικό και αγγλικό κείμενο μαζί σε μια απίστευτη εικονογράφηση. Το θέμα του βιβλίου αφορά  στην απώλεια της μητέρας, η απουσία της οποίας δηλώνεται από την πρώτη κιόλας σελίδα. Το κενό που αφήνει η μητέρα παραμένει παρόν σε κάθε σελίδα, όπως ακριβώς παρούσα παραμένει κι εκείνη.

2. Οι πενθούντες διατηρούν μια σύνδεση με τον αποθανόντα. Αυτό μας λεν οι σύγχρονες θεωρίες στο πένθος σε αντίθεση με τη φροϋδική προσέγγιση που ήθελε το πένθος να «περνά» με την αποκόλλησή μας από αυτόν που πέθανε. Όμως, όχι. Η απώλεια συνεπάγεται ναι μεν φυσική απουσία, αλλά η σχέση με αυτόν που αγαπήθηκε δεν σταματά να υπάρχει. Αλλάζει μόνο μορφή.

Η αναζήτηση του αγαπημένου άλλου, όταν αυτός πεθάνει, γίνεται παντού: στη σιωπή, στη μουσική, στα χρώματα, στον κόσμο. Οι εικόνες αυτές είναι από το βιβλίο με τίτλο Μα πού πήγε η Χρυσούλα; Η Ιόλη, η πάπια, έχει μια σχέση αδελφική με τη Χρυσούλα, τη χελώνα, της οποίας «ήρθε η ώρα να φύγει από τον κόσμο μας». Μέσα από το όνειρο και ένα αγαπημένο αντικείμενο η καρδιά της Ιόλης που πενθεί -δε γράφει πενθεί, το λέω εγώ – «γίνεται πιο ελαφριά».

Το βιβλίο «Το χρώμα του κενού» περιγράφει τη φιλική σχέση ενός λαγού και μιας χελώνας, που ήταν πάντα μαζί κι αγαπημένοι, «ώσπου μια μέρα απρόσμενα τέλειωσαν… όλα αυτά». Το μαύρο σχήμα του λαγού ακολουθεί τη χελώνα παντού – ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται όπως είδαμε και σε προηγούμενα βιβλία που αναφέρθηκα, το οποίο αρχίζει να γεμίζει με φως και χρώματα μέσα από τις αναμνήσεις τους.

Στην απώλεια του παππού αναφέρεται το επόμενο βιβλίο. Πρόκειται για ένα λυρικό κείμενο με τίτλο Άφησα την ψυχή μου στον άνεμο και εστιάζει στη συνέχιση της σχέσης του εγγονού με τον παππού του που έχει πεθάνει. Μια σχέση που συνεχίζεται μέσα από τις αναμνήσεις και την αγάπη τους.

3. Το πένθος είναι μοναδικό για το κάθε άτομο. Όταν κάποιος πενθεί έχουμε την τάση, κάποιες φορές με την πρόθεση να βοηθήσουμε, να γνωρίζουμε καλύτερα εμείς για αυτόν.

Λέμε, λοιπόν, αυτό που ξέρουμε, όπως κάνουν τα ζώα για να βοηθήσουν τον μικρό Άλκη στο βιβλίο «Το κουνελάκι άκουγε». Η κότα ήθελε να το συζητήσουν, ο αρκούδος να φωνάξουν, ο ελέφαντας να θυμηθούν […] το καγκουρό να συγυρίσουν… «Μα ο Άλκης δεν ήθελε να κάνει τίποτε με κανένα ζωάκι. Έτσι έφυγαν όλα…» Κι εκεί στη μοναξιά ήρθε το κουνελάκι που άκουγε αυτά που είχε να πει ο Άλκης, τις φωνές του, τις θύμησές του, τον θυμό και την ανάγκη του να «συγυρίσει». Άκουγε τη μοναδικότητα του πένθους του και ήταν παρόν αναγνωρίζοντάς την με σεβασμό. Βοήθησε, όταν και όπως του ζητήθηκε να βοηθήσει.

Τούτη η μοναδικότητα του πένθους εξαρτάται φυσικά και από το είδος της απώλειας που βιώνει κανείς. Υπάρχουν απώλειες που δε φαίνονται και πένθος που δεν αναγνωρίζεται. Αυτό το πένθος θα το βρούμε στη βιβλιογραφία ως το απαξιωμένο πένθος. Και μπορεί να αφορά απώλειες που δε σημαίνουν φυσική απουσία. Στο βιβλίο  Ο παππούκας μου, για παράδειγμα, ο παππούς ζει αλλά κάποιες φορές “δεν ξέρει πού βρίσκεται” — η αγάπη, ωστόσο, κρατά τη σχέση. Στις “Μέρες της Σιωπής”, η σιωπή μετά από μια πυρκαγιά πρωταγωνιστεί σπαρακτικά στο μισό βιβλίο ώσπου να φανεί η ελπίδα. Και στο “Κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ”, η προσφυγιά προβάλλεται ως απώλεια πολύπλοκη και παραγνωρισμένη, με τη Σαβέλ να κρατά σφιχτά ένα φόρεμα που της θυμίζει τον τόπο της, στον ξένο τόπο, τον φιλόξενο;

4. Το πένθος είναι πολύπλευρο. Εμπερικλείει όχι μόνο συναισθήματα, μα και σκέψεις, νόρμες που κουβαλάμε ηθελημένα ή αθέλητα, και προσωπικά φιλοσοφικά ή θρησκευτικά μας πιστεύω.

Από τα πιο παλιά και ξεχωριστά βιβλία που έφερα είναι το Αντίο Ποντικούλη. Η συγγραφέας πολύ εύστοχα δίνει στον ήρωά της τον χρόνο και τις λέξεις -μέσα από τα λόγια των γονιών του- να διαπραγματευτεί την άρνησή του να δεχτεί την απώλεια του αγαπημένου του ποντικούλη, να εκφράσει τον θυμό του, τη βαθιά του θλίψη και μέσα από ένα τελετουργικό, που για τον ίδιο κάνει νόημα, να αποδεχτεί την απώλειά του και να αποχαιρετήσει τον φίλο του.

Αυτές τις φάσεις του πένθους αποτυπώνει και η Έλενα Περικλέους στο βιβλίο της με τίτλο «Λόγια στα κύματα», έκδοση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου. Το βιβλίο αυτό έχει σταλεί σε όλα τα δημοτικά σχολεία της Κύπρου με αναρτημένο προτεινόμενο σχέδιο προσέγγισής του, με σκοπό να αποτελέσει ένα εργαλείο στα χέρια των εκπαιδευτικών να συζητήσουν τις δύσκολες αυτές έννοιες με τα παιδιά. Πρόκειται για τρία γράμματα που γράφει ένα παιδί στον παππού του που πέθανε. Στο πρώτο αρνείται να το δεχτεί και δεν πάει καν στην κηδεία, θυμώνει με όλους και όλα που συμβαίνουν γύρω του. Στο δεύτερο γράμμα θλίβεται βαθιά κι αφήνεται σε τούτη τη θλίψη. Στο τρίτο γράμμα ξαναθυμάται αυτό που του ’μαθε ο παππούς του να κάνει: να κολυμπά και να στέλνει λόγια στα κύματα για να πει το «σ’ αγαπώ» , το «πόσο μου λείπεις» και να ορίσει ξανά το ε δ ώ του (– πως για πάντα θα είσαι εδώ).

Σε τούτο το βύθισμα του πένθους μας στέλνει και το βιβλίο Kintsugi, στο οποίο καμιά λέξη δε θα βρείτε. Μόνο με εικόνες μας ταξιδεύει η Περουβιανή εικονογράφος… στην αναζήτηση… στο βύθισμα… εκεί που φως δεν υπάρχει… στην επιστροφή και σ’ ένα ξεκίνημα νέο με βάση την απώλεια και το ταξίδι του πένθους.

5. Δευτερεύοντες παράγοντες στο πένθος. Όταν πεθαίνει κάποιος που αγαπάς, χάνονται μαζί το πριν, το τώρα μα και η προσδοκία του ύστερα. Για την ακρίβεια, δε χάνονται, αλλάζουν μορφή. Η απώλεια δηλαδή του άλλου, δεν είναι ένα πράγμα. Αλλάζει, κάποιες φορές συθέμελα, ό,τι όριζε το είναι μας.

Στο βιβλίο «Ο κήπος του Έβαν», όταν ο σκύλος του Έβαν πεθαίνει, ο Έβαν αφήνει τον κήπο του που περιποιόταν πάντα παρέα με τον σκύλο του, να χορταριάσει. Το σκηνικό του μέσα του αλλάζει και στ’ αγριόχορτα δείχνει τη θλίψη και τη μοναξιά του.

Στο βιβλίο «Πού πήγε το γέλιο σου, Ορσαλία;», όταν η Ορσαλία πεθαίνει, ο Σόλωνας δε χάνει μόνο την αδερφή του. Χάνει το γέλιο της μητέρας του, χάνει την ομαλότητα των σχέσεων μέσα στην οικογένειά του – οι τέσσερις μένουν τρεις στο σπίτι. Γίνεται το παιδί που έχασε την αδελφή του στο σχολείο… χάνει το δικό του γέλιο.

Και τέλος,

6. Το πένθος δε συμβαίνει μέσα σε κοινωνικό κενό. Επηρεάζει και επηρεάζεται το κοινωνικό πλαισιο.

Δυσκολευόμαστε να αντικρύσουμε την αλήθεια, ειδικά όταν αυτή αφορά στην ασθένεια και το θάνατο μιας μητέρας που αφήνει πίσω της έναν έφηβο γιο. Το βιβλίο «Το τέρας έρχεται» πραγματεύεται μια τέτοια δύσκολη εμπειρία και πώς αυτή επηρεάζεται από τη σιωπή που επιβάλλεται, από τα πειράγματα στο σχολείο, από τους κοντινούς γύρω που δεν ξέρουν με ποιον τρόπο να δουν και να επιτρέψουν και στον πρωταγωνιστή έφηβο να μοιραστεί την αλήθεια του.

Το βιβλίο με τίτλο «Όταν μας άφησε η θάλασσα» είναι μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που αφορούν στα παιδιά της Κύπρου που πήγαν ασυνόδευτα στην Ελλάδα μετά την εισβολή του 74. Σ’ αυτό, το προσωπικό πένθος των πρωταγωνιστών, της Κατερίνας και του Μιχάλη, γίνεται αφορμή για να ακουμπήσουμε, πολλοί από μας για πρώτη φορά, το συλλογικό πένθος του τόπου μας που έχει πολλά πρόσωπα τα οποία, έχω την αίσθηση, πως δεν έχουμε ακόμα αναγνωρίσει.

Τα βιβλία μάς δίνουν την ευκαιρία να αναπλαισιώσουμε την απώλεια και το πένθος και να δούμε την αλήθεια μας στις εμπειρίες αυτές. Ακόμα κι όταν πρόκειται για την ασθένεια και τον θάνατο ενός παιδιού, όπως συμβαίνει στο βιβλίο  «Αγαπητέ Θεέ», στο οποίο ένα παιδί ζει τις τελευταίες 10 μέρες της ζωής του. Σ’ αυτό, τονίζεται η αξία της κάθε μας μέρας, της κάθε στιγμής. Και λίγο πριν κλείσω, συνοψίζω με ένα συμπέρασμα ενός 10χρονου που πεθαίνει: …η μόνη λύση για τη ζωή είναι το να ζεις.

Κλείνω με ένα δοκίμιο που λειτουργεί ως σωσίβιο για εμάς τους ενήλικες αναγνώστες: Το χρονικό του πένθους του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. Με γλώσσα τρυφερή και ειλικρινή, ο συγγραφέας ανοίγει έναν διάλογο με το πένθος. Μας θυμίζει ότι η συνάντηση με την απώλεια είναι τελικά συνάντηση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι ένα βιβλίο-αγκαλιά, ένα ανάγνωσμα που αξίζει να έχει θέση σε κάθε βιβλιοθήκη όπου το πένθος ζητά λέξεις για να ειπωθεί.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα Σχόλια