“Το χρονικό του πένθους” του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου

-

(Κείμενο της Βιβλιοπαρουσίασης που έγινε στις 2 Νοεμβρίου 2025 στη Λευκωσία)

Όταν ο Κωνσταντίνος μού έστειλε για πρώτη φορά να διαβάσω τα γραφόμενά του —που σήμερα κρατάμε στα χέρια μας ως αυτό το όμορφο βιβλίο, Το χρονικό του πένθους— ζητώντας τη γνώμη μου, άρχισα να τα διαβάζω αργά. Γενικότερα διαβάζω αργά, μα τούτο εδώ μου έπαιρνε πολλή ώρα! Διάβαζα και σημείωνα στο πλάι τις σκέψεις μου: ερωτηματικά, διαφωνίες, θαυμαστικά! Το διάβασμα όμως δεν προχωρούσε. Ένιωθα μεγάλη ευθύνη και βάρος για την εμπιστοσύνη του. Και δεν προχωρούσε! Μου φαινόταν ατελείωτο.

Πριν καν φτάσω στη μέση, γύρισα πίσω στο εξώφυλλο —τότε είχε τον τίτλο Το βιβλίο του πένθους— και έβαλα έναν αστερίσκο. Έγραψα: Το μεγάλο βιβλίο του πένθους.

Το διάβασα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Εκείνο το καλοκαίρι, του 2024, μου είχαν ζητήσει από ένα ευρωπαϊκό δίκτυο για το πένθος, στο οποίο συμμετέχω, να προτείνουμε βιβλία με αυτή τη θεματική — βιβλία γραμμένα στον τόπο μας. Και δεν είχα τι να προτείνω. Με το προσχέδιο του βιβλίου του Κωνσταντίνου είπα: «ΟΚ, εδώ είμαστε!».

Όπως είπα  και στον ίδιο τον Κωνσταντίνο πολλές φορές, και το πιστεύω ειλικρινά, αυτό το βιβλίο ήρθε να καλύψει ένα σημαντικό κενό — όχι επιστημονικό, αφού πρόκειται για δοκίμιο, αλλά ένα κενό στη βιβλιογραφία γύρω από το πένθος. Δεν θα δείτε μέσα παραπομπές και αναφορές – ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου! Γιατί έτσι διαβάζεται πιο εύκολα. Δεν μας λέει τι είπε ο τάδε ή τι υποστηρίζει ο δείνα· είναι ο στοχασμός του Κωνσταντίνου, με προσωπικό ύφος και φωνή. Το βιβλίο αυτό δεν επιδιώκει να αποδείξει κάτι επιστημονικά· επιδιώκει να προκαλέσει τη σκέψη, να ανοίξει διάλογο με ιδέες και ερμηνείες. Και πετυχαίνει ακριβώς αυτό που εμείς, της Θανατολογίας, προσπαθούμε χρόνια να τονίσουμε: πως το πένθος είναι για τον καθένα μας τόσο ίδιο και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικό.

Χάρηκα λοιπόν πολύ, έναν χρόνο μετά την πρώτη ανάγνωση, όταν με πήρε τηλέφωνο ο Κωνσταντίνος να μου πει ότι το βιβλίο εκδόθηκε. Μου ξέφυγε τότε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η φράση: «Το μεγάλο βιβλίο του πένθους!»
Και μου απαντά ο Κωνσταντίνος: «Μα, Ξένια, δεν είναι και τόσο μεγάλο!»

Όταν μου έδωσε στο café ένα αντίτυπο, ένα βιβλίο 14 επί 20, προσπέρασα γρήγορα εκείνη τη “γκάφα” μου. Πραγματικά, δεν είναι μεγάλο. Γιατί λοιπόν το είπα έτσι; Νομίζω πως η απάντηση βρίσκεται στο “πρόσωπο” της γραφής. Ο Κωνσταντίνος έλεγε ότι είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο· εγώ επέμενα στο δεύτερο. Είναι, βέβαια, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο — αλλά απευθύνεται σε εμένα ως αναγνώστρια, σχεδόν σαν να συνομιλούμε.

Κι εκεί κρύβεται, νομίζω, και η “ουσιαστική” του διάσταση, το γιατί μου φάνηκε μεγάλο: γιατί, διαβάζοντάς το, συμφωνώντας και διαφωνώντας σε σημεία, αυτό μεγαλώνει. Διαβάζεις ένα κεφάλαιο —δυο, δυόμισι σελίδες, μικρές σελίδες 14 επί 20— κι όμως δεν τελειώνει εκεί. Επειδή προκαλεί τη σκέψη σου, ξυπνά δικές σου αναμνήσεις, πυροδοτεί δικά σου συναισθήματα, μεγαλώνει. Κανένα κεφάλαιο δεν διαρκεί δυόμισι σελίδες, όταν το διαβάζεις.

Όσοι το έχετε ήδη διαβάσει, ξέρετε για τι μιλώ. Οι υπόλοιποι, θα με θυμηθείτε.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο —στο πέρασμα από το πρώτο στο “δεύτερο” πρόσωπο και στα μικρά-μεγάλα κεφάλαια— βρίσκεται όλη η ομορφιά αυτού του βιβλίου, που με χαρά παρουσιάζουμε σήμερα.

Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα μέρη. Άτιτλα. Επί σκοπού άτιτλα κατά τη γνώμη μου. Πετυχαίνει να αποφύγει την πλαισίωση του πένθους σε καλούπια τύπου στάδια – από χρόνια αμφισβητημένα. Θα επιχειρήσω, λοιπόν, να περπατήσω με τη δική μου σκέψη και να σας πάρω μαζί μου κεφάλαιο κεφάλαιο. Οι λέξεις που θα βλέπετε στην παρουσίαση δεν είναι παρά οι τίτλοι των κεφαλαίων κι οι εικόνες ό,τι υπάρχει στο βιβλίο -ή ό,τι γεννήθηκε στο δικό μου μυαλό διαβάζοντάς το.

I

Άρνηση
«Ερχόμενοι, ξαφνικά, αντιμέτωποι με ένα σοκαριστικό γεγονός, όπως μια σοβαρή ασθένεια ή τον θάνατο, αρχικά αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι αυτό συμβαίνει στ’ αλήθεια».

Η πρώτη πρόταση του βιβλίου. Από την πρώτη κιόλας αράδα, με μια μετοχή —«ερχόμενοι»— όλοι κι όλες εμείς, και ένα επίρρημα που ταιριάζει τόσο πολύ με την πορεία του πένθους —«ξαφνικά»— ορίζεται μεγάλο μέρος της εμπειρίας και της δυσκολίας του. Γιατί ο θάνατος ή η ασθένεια είναι κάτι που το έχουμε εκτός πλάνου της ζωής μας – ενώ είναι το μόνο σίγουρο. Κι έτσι, σχεδόν πάντα, το συναντούμε «ξαφνικά». Το «ερχόμενοι» δηλώνει και την κοινή μας, αναπόφευκτη μοίρα.

Ορίζεται λοιπόν το πένθος ως η αντίδρασή μας σε μια απώλεια – από τις δυσκολότερες: τον θάνατο ή την ασθένεια. Σημαντικό είναι πως οι εκδηλώσεις του πένθους παρουσιάζονται εδώ μη σειριακά – όπως δηλαδή πραγματικά βιώνεται. Ναι, τα στάδια του πένθους έχουν προ πολλού αμφισβητηθεί και πάψει να αποτελούν σημείο αναφοράς για τους επαγγελματίες που ενημερώνουν τις γνώσεις τους, μιας και έχει διαπιστωθεί η μη καθολικότητα εκείνου του αυστηρού πλαισίου.

Στο βιβλίο αυτό, οι εκδηλώσεις του πένθους ερμηνεύονται ώστε να γίνουν κατανοητές τόσο για εκείνον που τις βιώνει όσο και για εκείνον που τις παρατηρεί – ποιες είναι και ποιο σκοπό εξυπηρετούν. Άρνηση, λοιπόν, ως μηχανισμός άμυνας σ’ αυτό που απροσδόκητα μάς συμβαίνει. Μας δείχνει έναν ελέφαντα που όλοι γνωρίζουμε, μα σπάνια τον κοιτάζουμε. Δίνουμε έναν γύρο γύρω του και, τελικά, τον αντικρίζουμε στα μάτια.
Και μας αποκαλύπτει, ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, το «μυστικό» της διεργασίας του πένθους: πώς τρώμε, λοιπόν, έναν ελέφαντα; (Γνωρίζετε;) Μπουκιά μπουκιά.

Και παρόλο που το βιβλίο δεν αφορά μόνο στον θάνατο, οι αναφορές σε αυτόν είναι ξεκάθαρες. Ήδη στο 2ο κεφάλαιο, ο συγγραφέας αγγίζει το θέμα της Ευθανασίας, ανθρώπων και ζώων, υπογραμμίζοντας το δικαίωμα σε έναν αξιοπρεπή θάνατο – μια συζήτηση που τα τελευταία χρόνια απασχολεί έντονα την επιστημονική και όχι μόνο κοινότητα. Η τόσο πρώιμη εμφάνιση της ευθανασίας, στο μόλις δεύτερο κεφάλαιο, πιστεύω πως επιτυγχάνει δύο σκοπούς: πρώτον, να μας δείξει ότι εδώ θα μιλήσουμε ανοικτά, με σεβασμό αλλά ανοικτά, και δεύτερον, αφού μιλά και για ευθανασία ζώων, να ανοίξει τον δρόμο για το λεγόμενο απαξιωμένο πένθος – όπως αυτό της απώλειας ενός κατοικίδιου, που πολλοί δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ως «πραγματικό» πένθος.

Σε αυτό το πνεύμα του σεβασμού και της ειλικρίνειας, ο συγγραφέας αγγίζει και την Ανακούφιση – εκείνο το συναίσθημα που μπορεί να νιώσει κανείς όταν ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου βάζει τέλος σε μια μακρά περίοδο ασθένειας και ταλαιπωρίας. Μιλά ανοιχτά για την αποενοχοποίησή της.

Στη συνέχεια, βλέπουμε μια προσπάθεια να μην μείνουν πίσω οι τελετουργίες, οι συνήθειες, όσα συνοδεύουν την αποχώρηση: όπως η αναφορά στον Τάφο στο 3ο κεφάλαιο, με αναφορά επίσης και στην καύση. Κι ακούστε πώς μπλέκει τις λέξεις για τούτη τη δύσκολη εικόνα και στιγμή, που πολύς κόσμος αποφεύγει – τη στιγμή της ταφής: «Παίρνεις λίγο χώμα με τη χούφτα σου και ρίχνεις κι εσύ από πάνω επειδή αυτό είναι ό,τι πιο κοντινό μπορείς να φανταστείς στο να τον αγκαλιάζεις» (σ. 23). Παραδέχεται όμως και τη δυσκολία τούτης της στιγμής, καθώς και την επιλογή κάποιων ανθρώπων να αποφεύγουν και την ταφή και τις επισκέψεις στους τάφους.

Όταν ετοίμαζα την παρουσίασή μου ήμουν μέχρι εδώ στο μέσο του χρόνου που μου δόθηκε. Κι είμαι μόλις στο 4ο κεφάλαιο. Τι σας έλεγα στην αρχή; Το μεγάλο βιβλίο του πένθους. Και νιώθω πως εμβαθύνω ελάχιστα κι οι αναφορές μου είναι βαθιά περιληπτικές. Αποφασίζω, λοιπόν, ελέω του 20λεπτου πλαισίου να συνεχίσω με λέξεις και εικόνες – αυτές που ξεκάθαρα μας δίνει ο Κωνσταντίνος ή που γεννιούνται μέσα από τις λογοτεχνικές του περιγραφές.

Δυσπιστία: ένας πεθαμένος καρχαρίας (σ.25)

Κλάμα: μια αλλιώτικη μορφή του κύκλου του νερού (σ.27)

Μοναξιά: η ομορφιά της έγκειται στο ότι την αναγνωρίζουμε γιατί έχουμε βιώσει το αντίθετό της.

Ψηφιδωτό: από τα αγαπημένα μου κεφάλαια. Σε μόλις 272 λέξεις εξηγεί με τον πιο απλό και πληρέστερο τρόπο τι σημαίνει «χάνω κάποιον».

Χάνοντας κάποιον, χάνεις κομμάτια της καθημερινότητάς σου, των κοινών αναμνήσεων, των προσδοκιών και των ονείρων σου.
Κι ενώ είναι από τα αγαπημένα μου κεφάλαια, κολλώ και διαφωνώ με μια λέξη: την τελευταία της τελευταίας πρότασης — «μένεις για πάντα φτωχότερος» (σ.32).
Με ενοχλεί αυτό το «φτωχότερος». Κρύβει έναν οίκτο που θα ήθελα να αποφευχθεί.

Κι όμως, αυτή είναι η ομορφιά του βιβλίου: σε βάζει σε σκέψη, σε διάλογο.
Κι έχει, νομίζω, να κάνει και με το ποιος μιλά – σε πρώτο ή σε δεύτερο πρόσωπο.
Είναι αλλιώς να λες «μένεις για πάντα φτωχότερος» για τον εαυτό σου, κι αλλιώς να το ακούς ως αναγνώστης. Τότε λες: Όχι. Πλούτος είναι και το πένθος, γιατί προϋποθέτει πως έχεις συνδεθεί αγαπητικά.

Συνεχίζω με εικόνες. Στο βιβλίο θα διαβάσετε για το Άγχος του αχαρτογράφητου δρόμου για την Αϋπνία και για μια λίστα εισηγήσεων αντιμετώπισής της, για τις Ενοχές και την αντίσταση «να αφεθούμε ξανά σε φιλόξενα χέρια». Χτίζω σε φράσεις που ξεχώρισα στο κείμενα έτσι όπως εγώ τις διάβασα γιατί είναι κάπως αλλιώς γραμμένες. Θα βρούμε απαντήσεις ή έστω υποψίες στη δύναμη που κουβαλούν τα Αντικείμενα. Και θα προβληματιστούμε για την Κοσμοθεωρία της ατρωτότητάς μας, νοηματοδοτώντας εκ νέου τη ζωή μας, αφήνοντας λίγο παρακάτω και έναν προβληματισμό για τα Επέκεινα.

Περιγράφοντας τη διεργασία του πένθους, ο Κωνσταντίνος, με εμβόλιμες σφήνες υπογραμμίζει τον ρόλο των συνθηκών που συμβαίνει ένας θάνατος όπως το Πώς και το Πότε με ιδιαίτερη αναφορά στους ξαφνικούς και απροσδόκητους θανάτους που μπορεί να βιώνονται τραυματικά, καθώς και  σε εκδηλώσεις του οξέος πένθους που προσομοιάζουν με Κατάθλιψη, αλλά δεν είναι το ίδιο – το πένθος δεν είναι ασθένεια.

Συχνά θα δείτε εικόνες να δημιουργούνται στο κεφάλι σας, όπως για παράδειγμα, ένα Μουσείο και την αποδοχή της ύπαρξής του μέσα μας για τον άλλον που έφυγε και που δεν μπορεί να αντικατασταθεί, παρά τις παραινέσεις των άλλων που πάντα ξέρουν καλύτερα από εμάς και προσπαθούν να μας πείσουν πως η ζωή συνεχίζεται, λες και δεν το ξέρουμε!

Βρήκα στο βιβλίο του Κωνσταντίνου μοντέλα του πένθους, χωρίς να κατονομάζονται, όπως αυτό της διπολικής διαδικασίας – ευρέως αποδεκτό μοντέλο στην έρευνα και τη βιβλιογραφία, (Διπολικότητα) που εξηγεί τα έντονα συναισθήματα όπως ο Θυμός που νιώθουμε όταν βιώνουμε μια τέτοια εμπειρία, αλλά και την ταυτόχρονη ανθεκτικότητά μας – τον τρόπο που αντέχουμε – διαφορετικός για τον καθένα και την καθεμιά μας. Μοντέλα που μπορούν να ερμηνεύσουν και την Καθήλωση στο πένθος, την αναβολή του από Καταπίεση ή που μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν, καθώς και άλλων λογιών Απώλειες που επιφέρουν πένθος.

Και, στο τέλος του πρώτου μέρους του, γίνεται μια πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά στη Γλώσσα που χρησιμοποιούμε και που αντανακλά υποκειμενικές μας θέσεις και αξίες όπως, για παράδειγμα, «έφυγε» ή «νικήθηκε» αντί «πέθανε» και οι οποίες, συχνά, δυσχεραίνουν τη διεργασία του πένθους, καθώς και εκφράσεις που νομιμοποιούν την απώλεια (Νομιμοποίηση) ή περιορίζουν την εκδήλωση του πένθους όπως «πρέπει να φανείς δυνατός» για να πούμε κάτι για παρηγοριά αντί «Λυπάμαι που περνάς κάτι τόσο δύσκολο». Όπως κι αυτό το περιβόητο Τουλάχιστον: «Αυτό που συνήθως είναι πιο ωφέλιμο για το άτομο το οποίο βιώνει πένθος είναι να αναγνωριστεί πόσο κοφτερό κι αιματηρό είναι αυτό που συμβαίνει. Τουλάχιστον, να μην ειπωθεί το ‘τουλάχιστον’».

Λογικά έχω πια πέντε λεπτά να μιλήσω για τα II, III, και IV, μέρη του βιβλίου. Το πένθος, εξού και «Το χρονικό του πένθους» στον τίτλο του βιβλίου (εξώφυλλο), δεν αφορά μια στιγμή πόνου, αλλά μια πορεία μέσα στον χρόνο. Επί σκοπού επέλεξα να αφιερώσω τον περισσότερο χρόνο σε εκείνο που του αναλογεί: το βύθισμα στο πένθος. Τονίζω πως, όντως, υπάρχουν και οι άλλες στιγμές, το κέρδος αν θέλετε, αυτό που επιδιώκουμε κυρίως για τους αγαπημένους μας που πενθούν και που, ανυπομονώντας να το κερδίσουν, επισπεύδουμε ή θέλουμε να επισπεύσουμε τη διαδικασία του πόνου, λανθασμένα.

Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου ο Κωνσταντίνος θα σταθεί στη Μεταποίηση και, όπως πολύ όμορφα θα γράψει, αυτή είναι «όταν παίρνεις το πένθος στα χέρια σου και του δίνεις άλλη μορφή» (σ.96) και συμβαίνει όταν πια πενθούμε με Ενσυνειδητότητα. Τότε, οι Τελετουργίες, οι Φωτογραφίες, η συνειδητοποίηση της Καθολικότητας τούτης της εμπειρίας, συμβάλλουν στην Προσαρμογή. Η διεργασία του πένθους συνεχίζεται και σπινθηροδοτείται βεβαίως σε Γιορτές, ο πόνος κάνει τις επισκέψεις του κατά Κύματα ανοιγοκλείνοντας το Κουτί του θρήνου μας. Έχουμε όμως ανακαλύψει την Ανθεκτικότητά μας, ένα Δίκτυο που στηρίζει, αλλά και το δικαίωμά μας ελεύθερα (Ελευθερία) να εκδηλώνουμε το πένθος μας. Έχουμε εκπαιδευτεί να βλέπουμε το ασημένιο περίγραμμα των συννέφων Silverlining ή και να το χρωματίζουμε. Πιο μεγάλο μέρος του μέσα μας γεμίζει Ευγνωμοσύνη και επενδύουμε εκ νέου στις Σχέσεις μας αναστοχαζόμενοι τη σχέση μας με τον αγαπημένο άλλο που δεν είναι πια κοντά μας φυσική παρουσία. Ύστερα από μια σημαντική απώλεια σπάζουμε και γινόμαστε κομμάτια. Οι Ιάπωνες, όταν σπάσει ένα πορσελάνινο χειροτέχνημά τους, ενώνουν τα κομμάτια με χρυσό, για να θυμούνται την απώλεια. Τούτη η τεχνική ονομάζεται Κιντσούγκι και σε αυτήν κάνει αναφορά το βιβλίο. Για τον καθένα και την καθεμιά μας είναι άλλα τα κομμάτια κι άλλος ο χρυσός με τον οποίο τα ενώνουμε. Για τον συγγραφέα μας, όπως ο ίδιο παραδέχεται στο βιβλίο του, τα κομμάτια του ενώνονται με λέξεις και γίνονται γραφή – τούτο το βιβλίο. Αυτή είναι η Μεταμόρφωση του πόνου της απώλειας, η οποία δίνει μια νέα εκδοχή του εαυτού. Όχι του πρότερου. Αυτού του τωρινού εαυτού που εμπερικλείει την απώλεια που έχει ήδη αποδεχτεί (Αποδοχή) και συνεχίζει την πορεία του στην Άνθιση.

Όταν βρεθήκαμε στο café για να μου δώσει το βιβλίο ο Κωνσταντίνος, η κουβέντα μας την περισσότερη ώρα έτρεχε σε πολύ προσωπικά μονοπάτια και μοιράσματα αμφότερα. Σε κάποια στιγμή πήρε το βιβλίο, το μετροφύλλισε και μου πε διάβασε εδώ στη σ. 106. Γράφει: «Οι άνθρωποι που έχουν ανθίσει παρά το τραύμα τους μας εμπνέουν ώστε να μην τα βάζουμε κάτω και να μην αφήνουμε τον πόνο μας αναξιοποίητο. Εκεί που νομίζουμε ότι όλα έχουν τελειώσει, πολλές φορές δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Παρόλο που συνεχίζουμε, φυσικά, εσαεί να κουβαλάμε το κενό που συνοδεύει την απώλεια, ίσως, μια μέρα, διαπιστώσουμε ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία έχουμε αλλάξει κι ότι η καινούρια εκδοχή του εαυτού μας είναι σπουδαιότερη. Ίσως μια μέρα μπορούμε να εκστομίσουμε με πόνο, συγκίνηση και περηφάνια: «Έγινα αυτός που είμαι σήμερα εξαιτίας της απώλειας». Τούτη η κουβέντα δεν αφορά στον Κωνσταντίνο ούτε σε μένα. Αφορά στον καθένα και την καθεμιά μας.

Την Τρίτη ενότητα, αν και μικρή, θα την αδικήσω μιας και τελειώνει ο χρόνος – κι η υπομονή σας! Έξι, περίπου μονοσέλιδα, κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο οι λέξεις τοποθετούνται εύστοχα να μας πουν πως «Όλοι γνωρίζουμε από νωρίς στη ζωή μας ότι η αποχώρησή μας από αυτή τη ζωή δε θα αναβάλλεται για πάντα». Ισχύει. Κι αυτή η Επίγνωση βοηθά στο να ζούμε. Τελεία. Αυτό που μπορεί και να μην ισχύει είναι πως οι πεθαμένοι είναι βυθισμένοι στην άγνοια. (Πού το ξέρεις, Κωνσταντίνε;) «Κάπως έτσι θα ‘ναι, φαντάζομαι, και το βίωμα του θανάτου» θα προσθέσει στο επόμενό του κεφάλαιο παρενθετικά. Παρένθεση είναι η ζωή μας, που χωρά μια μόνο πρόταση. Ας την γράψουμε όμορφα, μας καλεί ο Κωνσταντίνος γιατί, ως παρένθεση, κλείνει. Ακούτε πώς αλλάζει ο λόγος σε αυτή την ενότητα. Πιο φιλοσοφικός, αναζητά το Νόημα σ’ αυτό το χρονικό του πένθους και της ζωής. Και καταγράφει το δικό του: «Όσο πιο ορατοί είμαστε, όσο πιο πολύ φως λαμβάνουν οι άλλοι από εμάς, τόσο πιο σημαντικό φαντάζει το ταξίδι μας» (σ.114). Η μνήμη του θανάτου, της θνητότητάς μας, μας αφυπνίζει (Αφύπνιση), μας θυμίζει πως το Θαύμα που κάποιες φορές επισταμένα ζητούμε, είναι αυτό που ήδη έχουμε: η ζωή στο Τώρα και στο εδώ μας.

Το 4ο και τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι ένας μικρός θησαυρός στίχων -το bonus του αναγνώστη. Θα κλείσω με ένα από τα ποιήματα του Κωνσταντίνου. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, αν και, όσοι με γνωρίζουν, ίσως καταλάβουν από τον τίτλο πως ψεύδομαι λίγο: Gin (σ. 130-131).

Σε ευχαριστούμε, Κωνσταντίνε, για αυτή τη βαθιά ανθρώπινη διαδρομή.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα Σχόλια