«Πόσα μέτρα είναι ο κόσμος μας;»

-

(Η Ζωή, το Έργο και ο Κόσμος του Αδαμάντιου Διαμαντή)

της Σάντης Αντωνίου

Μετράς τις πρώτες 27 λέξεις που επέλεξε η συγγραφέας να αρχίσει την ιστορία της και τη βουτιά στο έργο του Κύπριου ζωγράφου Διαμαντή, και βρίσκεσαι ήδη τετ-α-τετ με την α π ο υ σ ί α. Απουσία «βαριά, βουβή κι ασήκωτη». Παρούσα απουσία. Κι είναι λες και ξεκινά μια ιστορία με το σκίσιμο της πρώτης της σελίδας. Ξέρεις πως ήταν εκεί, μα τώρα λείπει.

Την ονόμασαν απουσία οι άλλοι, οι μεγάλοι, αφού, στην προκείμενη ιστορία, ηρωίδα είναι ένα μικρό κορίτσι – θα μπορούσε βέβαια να ‘ναι και οι όποιοι ‘μεγάλοι’, αυτοί που πάντα ξέρουν καλύτερα από εμάς ακόμα και πώς να ονομάζουν την εμπειρία μας και το μέσα μας. Το έντεχνο παιχνίδισμα με τις έννοιες ‘παρουσία’ και ‘απουσία’ κι η άδεια καρέκλα που βρίσκεται ακριβώς δίπλα απ’ τη δική μας, δεν αφήνουν περιθώρια να μην ταυτίσει ο αναγνώστης αυτό που διαβάζει με τη δική του ιστορία και να σκεφτεί τις δικές του απουσίες που είναι πάντα παρούσες.

Και λες, δεν μπορεί, κάπου αλλού θα το πήγαινε η συγγραφέας! Μα συνεχίζει με την άρνηση, την αναστάτωση, την αγωνία και το τρέξιμο του κοριτσιού να βρει αυτόν που έχασε ή κάποιον άλλον που τον γνώριζε να πιαστεί – γιατί η ύπαρξη των απόντων συνεχίζεται μέσα από τους ανθρώπους και τις ιστορίες που μας δένουν μαζί τους. Τις ιστορίες των δικών τους ανθρώπων, αυτών που τους γνώρισαν, που τους ένοιωσαν, που τους γνοιάστηκαν και που, όμως, κι αυτοί βιώνουν την πρώτη τους άρνηση και την ανάγκη να πλαισιώσουν την απουσία αλλιώς (όπως ο Κωστής στην ιστορία).

Κι έπειτα αρχίζει το σκάλισμα της μνήμης, μην ξεχαστούν οι στιγμές οι τελευταίες, μη σβηστούν οι τελευταίες κουβέντες. Να σιγουρευτείς πως ακούστηκαν αυτά που ειπώθηκαν και πως ακούστηκαν κι αυτά που δεν ειπώθηκαν – αυτά που δεν πρόλαβαν την ανατροπή, που με τόση ‘ευκολία’ μπορεί να συμβεί και να μετατρέψει την παρουσία σε απουσία.

Και κάπως έτσι, μπαίνει η ηρωίδα της αγαπημένης Σάντης ‘στον κόσμο της Κύπρου’, στον κόσμο του Διαμαντή, και σταματά τη μουσική του βιολάρη Θόδωρου και τις κουβέντες του καφενε, καταπώς σταμάτησε τη σκηνή ο Διαμαντής για να την αποτυπώσει τότε σ’ έναν καμβά αποτελούμενο από 11 τελάρα (17,50 x 1,75 m).

Πηγή εικόνας και πληροφορίες για το έργο: https://www.kathimerini.com.cy/gr/politismos/eikastika/gnorizoyme-tin-prwti-genia-kyprion-zografon

Μια παύση, λοιπόν, στον κόσμο της Κύπρου του τότε. Μια στάση στο παρελθόν, να ψάξει η ηρωίδα της ιστορίας για βοήθεια, να ψάξει να βρει το αγαπημένο της χαμένο πλάσμα.

Κι είναι τόσο ζωντανές οι περιγραφές των ανθρώπων από τη ζωγραφιά του Διαμαντή και τις λέξεις που επιμελώς επιλέγει η συγγραφέας, που μοιάζουν να ζωντανεύουν μπροστά σου. Άνθρωποι απλοί, μα ουδόλως απλοϊκοί, όπως ο παπα-Κωνσταντίνος κι ο Μάρκος… Σκέφτομαι πόση δύναμη χρειάζεται ένα μικρό κορίτσι να μπει στον καφενέ της τότε εποχής και να σταματήσει την κουβέντα δυο τέτοιων ανθρώπων που ‘γεμίζουν τον χώρο με την ξεχωριστή τους παρουσία’, αλλά και πόση απογοήτευση εισπράττει όταν κανένας από τους δυο δε φαίνεται να δίνει προσοχή στην αγωνία της. Μοιάζει σαν να μην έχουν να δώσουν απαντήσεις σ’ εκείνο το ερώτημα της απουσίας ούτε αυτοί που η κορμοστασιά τους θυμίζει τον κορυφαίο στην ερμηνεία των οιωνών Κάλχα και τον πατέρα των Θεών Δία. Ούτε κι αυτοί.

Είναι και κόσμος που φαίνεται να μένει ατάραχος στο ερώτημα τούτο. Ατάραχος μα όχι ασυγκίνητος. Ο γλύπτης Τομπούλας, από το έργο του Διαμαντή, χαρίζεται κοιτώντας στα μάτια το κορίτσι και της χαρίζει αυτό που ξέρει και μπορεί: μια πέτρα που ο ίδιος γυάλισε. Κι ίσως με αυτόν τον τρόπο να απαντά και στο ερώτημά της – γιατί καμιά φορά οι απαντήσεις που παίρνουμε μπορεί να μας βοηθούν να καταλάβουμε ότι δε θέσαμε σωστά το ερώτημα εξαρχής.

«Είναι πρόσωπα υπαρκτά» σημειώνει ο Διαμαντής σε συνέντευξη του, απόσπασμα της οποίας παραθέτει η συγγραφέας στο βιβλίο. Κι όπως ο Διαμαντής, έτσι κι η συγγραφέας, στέκουν τόσο έντονα και τόσο εύστοχα στην περιγραφή της φιγούρας των ανθρώπων, της στάσης του σώματός τους, του ντυσίματός τους. Λες για να αντιπαραβάλλουν κάθε φορά την απουσία με την παρουσία. Την απουσία που πραγματεύεται η ιστορία σ’ ένα πρώτο επίπεδο και την απουσία που πραγματεύονται ο Διαμαντής κι η Σάντη στο έργο τους ως έννοια και ως εμπειρία. Τη φυσική απουσία του αγαπημένου άλλου, που παραμένει όμως παρών.

Γυρνάω τις σελίδες του βιβλίου αργά και γράφω αράδες που ξεπερνούν αριθμητικά αυτές του βιβλίου. Αυτή όμως δεν είναι η σπουδαιότητα μιας ιστορίας; Να μπορεί να σε ταξιδεύει πέρα από τις λέξεις και τις εικόνες τους. Να σπρώχνει τη σκέψη σου λίγο πιο κει… και λίγο ακόμη πιο κει. Είναι όντως ένα βιβλίο γεμάτο απώλεια ή είναι που εγώ προσεγγίζω ό,τι μου δίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο; Ισχύουν, νομίζω, και τα δύο.

Η απώλεια είναι παρούσα από την αρχή του βιβλίου και ως έννοια και ως ιδέα. Μα είναι και πολύ συγκεκριμένη ιδίως όταν, περνώντας ήδη το ένα τέταρτο των σελίδων του, γίνεται λόγος στην κυπριακή τραγωδία και την αγωνία του καλλιτέχνη που αποτυπώθηκε στο έργο του από το 1963 έως το 1971, αλλά και το 1977.

Η Σάντη με μια ιδιαίτερη τεχνική δική της, γι’ αυτό και ενδιαφέρουσα, που την ακολουθείς ευκολότερα στη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου, μπλέκει στην αναζήτησή της την κοινότητα – την Αρτζού με τον Κεμάλ, το κορίτσι απ’ τη Μύρτου, τον παραμυθά. Παράλληλα, κάνει βουτιά στον τόπο και στον χρόνο: από την κάτω γειτονιά και το σχολείο ως τον πύργο της Ρήγαινας. Κι αφήνει να φανεί μέσα από τις παροιμίες του τόπου μας και μια άλλη κοινωνιολογική προσέγγιση του θανάτου:

«Όταν πεθάνω τζι’ εν θωρώ τον κόσμο πως περνάει,

θέλει ο ήλιος ας χαθεί, θέλει ας συννεφκιάζει».

…Κάπου εκεί στο μέσο του βιβλίου, γίνεται η συνάντηση της ηρωίδας της ιστορίας με τον ‘ξενοχωρίτη’ καλλιτέχνη, που δεν είναι άλλος από τον Διαμαντή, ο οποίος φαίνεται να δίνει λύση στην αναζήτηση του κοριτσιού, στην αγωνία της και την απουσία που βιώνει. Μιλούν για την ανάγκη καταγραφής της ανάμνησης, γίνονται παρέα με τον Σεφέρη και τον Πορφύριο Δίκαιο, μοιράζονται μια φιλία με νόημα. Γίνεται πια ξεκάθαρο πως η περιδιάβαση στην αγάπη (του ανθρώπου και του τόπου) είναι η ελπίδα που βρίσκει τον δρόμο της, ακόμα «κι εκεί που θεριεύει η καταιγίδα».

Επιλέγω να μοιραστώ κλείνοντας τούτη την πολύ προσωπική, πολύ μονοδιάστατη και προκατειλημμένη προσέγγιση στο βιβλίο της Σάντης Αντωνίου, κάποια λόγια του Αδαμάντιου Διαμαντή που φιλοξενούνται στο βιβλίο – λόγια απλά που με συγκίνησαν βαθιά:

«Εκεί κοντά σ’ αυτό το κυπαρίσσι περνοδιάβαινα νεαρός τον δρόμο πολύ ευτυχισμένος. Τώρα δεν μπορώ να πάω εκεί πια, μα πολλές φορές στον ύπνο μου βλέπω πως διαβαίνω αυτόν τον δρόμο και ξυπνώ κλαίγοντας».

Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο για την απώλεια και το πένθος. Είναι ένα βιβλίο για τη ζωή, που περικλείει, βεβαίως, και την απώλεια και το πένθος ως αναπόσπαστα κομμάτια της. Είναι ένα βιβλίο συνάντησης, δικής μας με τη συγγραφέα του, Σάντη Αντωνίου, μέσω της ηρωίδας της, μα και με τον ζωγράφο, Αδαμάντιο Διαμαντή, μέσα από τη ζωή το έργο και τους φίλους του. Μια συνάντησή μας με τον κόσμο του τόπου μας, της Κύπρου.

Χαρακτηριστικά

Συγγραφή: Σάντη Αντωνίου

Σχέδια: Έλενα Τσιγαρίδου

Εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο» (2024)

ISBN 978-960-471-168-0

Προτεινόμενες ηλικίες: 6+

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Προηγούμενο άρθρο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα Σχόλια